<< Blog

Αθανάσιος Σταθακόπουλος “Ο ζωγράφος που ζωντανεύει την ομορφιά της ζωής με χρώματα”

Μαΐ 6, 2021

Ο Αθανάσιος Σταθακόπουλος  γεννήθηκε στην Κατερίνη το 1942 και μαθήτευσε ζωγραφική κοντά στον μεγάλο ζωγράφο Αναστάσιο Γκόγκο. Ασχολείται επαγγελματικά με τη ζωγραφική από το 1967 και το έργο του έχει διακριθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Στους πίνακές του κυριαρχούν τα γήινα ζωηρά χρώματα και η θεματογραφία του είναι ανεξάντλητη. Πορτρέτα, νεκρές φύσεις, τοπιογραφίες, θαλασσογραφίες, οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει έμπνευση παίρνει μορφή στην παλέτα του ταλαντούχου δημιουργού προβάλλοντας την ομορφιά της ζωής και τις αξίες του ανθρώπου. Ο Αθανάσιος Σταθακόπουλος είναι ένας σημαντικός Έλληνας καλλιτέχνης στο χώρο της ζωγραφικής. Το έργο του είναι φωτεινό και γεμάτο αισιοδοξία ακόμη κι όταν απεικονίζει στιγμές από έναν κόσμο που έχει πια χαθεί.

Πότε αρχίσατε να ζωγραφίζετε;

Ζωγράφιζα από μικρό παιδί, πριν ακόμη πάω σχολείο, στους τοίχους του σπιτιού και όπου έβρισκα ένα μικρό χαρτάκι. Η μάνα μου δεν με μάλωνε ποτέ που μουντζούρωνα τους τοίχους.
Θυμάμαι, παιδί δημοτικού, είχε έρθει φωτογράφος στο σπίτι για την οικογενειακή φωτογραφία που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή και εγώ ήθελα να κρατώ στη φωτογραφία μια μικρή ζωγραφιά, ο πατέρας μου δεν με άφηνε κι έκλαιγα αρνούμενος να βγω φωτογραφία, ώσπου ο φωτογράφος είπε «Αφησέ το, το παιδί να βγει με τη ζωγραφιά». Αυτή την ασπρόμαυρη φωτογραφία του 1950 την έχω ακόμη κορνιζωμένη.
Αργότερα στο γυμνάσιο, ζωγράφιζα στις σελίδες των βιβλίων, ήρωες του ’21 και ήταν η πρώτη φορά που ένας καθηγητής με ενθάρρυνε λέγοντας πως «Εσύ παιδί μου θα γίνεις ζωγράφος».

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στην απόφαση να γίνετε ζωγράφος, ειδικά σε μια εποχή που η ενασχόληση με την ζωγραφική επαγγελματικά δεν είχε πολλούς υποστηρικτές σε μια επαρχιακή πόλη;

Πράγματι ήταν δύσκολη εποχή και οι γονείς ήθελαν να μάθουν τα παιδιά τους μια τέχνη, έτσι 16-17 ετών με έστειλαν να γίνω ράφτης, μαραγκός (όπου τα παράτησα) και στη συνέχεια κουρέας. Το μυαλό μου όμως ήταν στη ζωγραφική και αντί να παρακολουθώ πώς κούρευε ο κουρέας, ζωγράφιζα την προσωπογραφία του κάθε πελάτη.
Η αγάπη για τη ζωγραφική ήταν έντονη μέσα μου, αλλά δεν υπήρχαν τα μέσα και η ενημέρωση σε μια μικρή πόλη όπως η Κατερίνη τη δεκαετία του 1950. Χαρακτηριστικά θυμάμαι στην πρώτη μου ελαιογραφία είχα χρησιμοποιήσει λάδι φαγητού και δε στέγνωσε ποτέ.
Μετά από αυτά, το 1959 ζήτησα από τον πατέρα μου να δείξει κάποια σκίτσα μου στον Κατερινιώτη ζωγράφο Αναστάσιο Γκόγκο, ο οποίος όταν τα είδε του είπε «Αν τα έκανε αυτά ο γιος σου να έρθει στο εργαστήρι μου». Έτσι μαθήτευσα και εργάστηκα κοντά στον Αναστάσιο Γκόγκο 8 χρόνια.
Στη συνέχεια, νοίκιασα ένα πολύ μικρό χώρο επί της Μεγάλου Αλεξάνδρου, δανείστηκα μια καρέκλα από το σπίτι και ξεκίνησα να κάνω αυτό που αγαπώ και δεν μπορούσα να φανταστώ να κάνω κάτι διαφορετικό από τη ζωγραφική. Και ευχαριστώ όλους όσους με στήριξαν στην πορεία και πίστεψαν σε εμένα. Ασχολούμαι με τη ζωγραφική πάνω από 60 χρόνια.

Είστε ένας καταξιωμένος ζωγράφος στην Πιερία και τη Βόρεια Ελλάδα, παρ’ όλα αυτά αντιμετωπίσατε κάποιες δυσκολίες στην καλλιτεχνική σας πορεία, όσον αφορά το αγοραστικό κοινό;

Υπήρξαν περίοδοι που έκανα ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε όλη την Ελλάδα και είχα την τύχη να πωλούνται σχεδόν όλα μου τα έργα. Επίσης, έρχονταν στο εργαστήρι μου πελάτες από Αθήνα, Θεσσαλονίκη και εξωτερικό και είχαμε καλή συνεργασία. Και κυρίως ευχαριστώ το φιλότεχνο κοινό της Κατερίνης που με στήριξε και με στηρίζει όλα αυτά τα χρόνια.
Η αγορά της τέχνης μπορεί να έχει αλλάξει πολύ τελευταία, αλλά συνεχίζω να εισπράττω την αγάπη και το θαυμασμό και αυτό είναι που με ικανοποιεί περισσότερο.
Υπήρξαν φορές που χάρισα ένα έργο μου γιατί είδα πόσο «μίλησε» σε κάποιον που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσει. Αυτό είναι που μετράει για μένα, όταν το έργο μου δεν περνάει απαρατήρητο αλλά συγκινεί κάποιον δίνοντας έτσι ζωή στον καμβά.

Ποιοι είναι οι μεγάλοι Έλληνες και ξένοι ζωγράφοι που θαυμάζετε;

Στο ξεκίνημά μου μελέτησα τους μεγάλους Έλληνες ζωγράφους της Σχολής του Μονάχου Γεώργιο Ιακωβίδη, Νικόλαο Γύζη, Νικηφόρο Λύτρα, καθώς και Ρέμπραντ. Επίσης θαυμάζω τους σύγχρονους Έλληνες: Παναγιώτη Τέτση, Γιώργο Ρόρρη, Στέφανο Δασκαλάκη και Χρήστο Μποκόρο.

Eχει κάποιο από τα έργα σας, την πρώτη θέση στην καρδιά σας;
Αυτό που μπορώ να πω, είναι ότι κάθε καινούριο μου έργο με ενθουσιάζει, νιώθω να το αγαπάω, να είμαι ερωτευμένος μαζί του, μέχρι να δημιουργήσω το επόμενο και ξαφνικά το προηγούμενο χάνει την πρώτη θέση και νιώθω ερωτευμένος με το τελευταίο μου δημιούργημα. Αυτό όμως έχει να κάνει περισσότερο με το συναίσθημα που νιώθω, γιατί υπάρχουν έργα που ξεχωρίζω και έχω γράψει από πίσω ότι δεν θέλω να πουληθούν. Όσο για την πρώτη πρώτη θέση…;

Ποιες είναι οι πιο ιδανικές ώρες για να ζωγραφίσετε;

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες, αλλά δεν είμαι από τους ζωγράφους που δουλεύουν τη νύχτα. Προτιμώ το φως της ημέρας. Πάντως όταν ζωγραφίζω, ξεχνώ την ώρα, ξεχνώ το φαγητό, τον ύπνο και αν χρειαστεί να διακόψω, δεν ησυχάζω, δεν με αφήνει, το μυαλό μου είναι σε αυτό που έχω ξεκινήσει.

Ποια είναι η αγαπημένη σας θεματολογία;

Θα μπορούσα να πω ότι είναι οι θαλασσογραφίες και τα ελληνικά τοπία. Η Ελλάδα είναι γεμάτη κρυφούς θησαυρούς. Κάθε πόλη, κάθε νησί, κάθε γωνιά της αποτελεί πηγή έμπνευσης. Η Ιστορία μας, ο Όλυμπος, οι θάλασσες, οι πόρτες με τα ρόπτρα, τα παλιά αρχοντικά, ο βασιλικός στο περβάζι ενός παραθύρου είναι από μόνα τους έργα τέχνης.Γεννήθηκα σε παραθαλάσσιο μέρος και η αγάπη μου για τη θάλασσα και το ψάρεμα δε χάνεται όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Γιατί σε πολλά έργα σας απεικονίζονται γυναικείες ή παιδικές φιγούρες κάτω από μια ομπρέλα;

Η έμφυτη ομορφιά και η υποσυνείδητη πρόσκληση μιας γυναίκας, άλλοτε με τη ζωντάνια της και άλλοτε με το μελαγχολικό της βλέμμα, αναδεικνύονται στη σκιά μιας ομπρέλας. Για τα παιδιά όμως η ομπρέλα είναι περισσότερο ένα παιχνίδι, καθώς αδιαφορούν παντελώς για το φαίνεσθαι, αναδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη μοναδική τους αθωότητα.

Πιστεύετε ότι ο καλλιτέχνης γεννιέται ή γίνεται;

Για να χαρακτηριστεί κάποιος καλλιτέχνης πρέπει αναμφισβήτητα να «πιάνει το χέρι του» που λέμε και να υπάρχει μέσα του η διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, η καλλιτεχνική ευαισθησία.
Για να γίνει κάποιος καλός καλλιτέχνης, ειδικά η τεχνική πρέπει να καλλιεργηθεί με κόπο, με επιμονή, με μελέτη, με παρατήρηση, με σπουδές είτε ελεύθερες, είτε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Στη δική μου περίπτωση, λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν μπόρεσα να σπουδάσω στην ΑΣΚΤ, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η δίψα μου για τη ζωγραφική που δεν την εγκατέλειψα ποτέ. Ακόμη και τώρα μαθαίνω και προσπαθώ να βελτιώνω την τεχνική και τις γνώσεις μου.

Ποια συμβουλή θα δίνατε στους νέους που θέλουν να ασχοληθούν με τη ζωγραφική;

Αυτός που αγαπάει τη ζωγραφική, που πηγάζει από μέσα του, το νιώθει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο που να τον ικανοποιεί εκτός από το να ζωγραφίζει. Αυτά τα παιδιά πρέπει οπωσδήποτε να ενθαρρύνονται να μπουν στην ΑΣΚΤ και να ασχοληθούν επαγγελματικά με τη ζωγραφική. Η επαγγελματική αποκατάσταση μπορεί να είναι δύσκολη στις μέρες μας, όμως ειδικά αυτά τα παιδιά θα βρουν το δρόμο τους και θα επιτύχουν.

Πηγή: Eλληνική εφημερίδα της Αμερικής Εθνικός Κήρυξ / The National Herald από την Σταυρούλα Τσούτσα

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

el
Send this to a friend